Η Ιζάουρα είναι μια μιγάδα σκλάβα, ορφανή από τη γέννησή της. Η μητέρα της, επίσης μιγάδα, ήταν υπηρέτρια στην φυτεία όπου εκείνη γεννήθηκε και πάντα έζησε. Η νεαρή πάντα δεχόταν την προστασία της κυρίας της, δόνια Εστέρ, που την εκτιμά σαν κόρη της, αλλά περιφρονείται από τον κύριό της, τον διοικητή Αλμέιντα.
Με ήπιο χαρακτήρα, εκείνη ονειρεύεται να κατακτήσει την ελευθερία της, κυρίως μετά τη γνωριμία της με τον νεαρό Τομπίας, ιδιοκτήτη γειτονικών εδαφών, που επίσης την ερωτεύεται. Στον δρόμο των δύο στέκεται ο Λεόνσιο, ο μοναδικός γιος του διοικητή Αλμέιντα, με μικρόψυχο και σκληρό χαρακτήρα. Ο διοικητής Αλμέιντα υπόσχεται να γράψει έγγραφο απελευθέρωσης για την Ιζάουρα, αλλά και οι δύο άντρες της οικογενειας Αλμέιντα πεθαίνουν πριν αυτό συμβεί.
Έτσι, εκείνη μένει μόνη στο έλεος του Λεόνσιο. Πιστεύοντας ότι η Ιζάουρα είναι εύκολο θήραμα για τις ορέξεις του, την καταδιώκει επίμονα. Γι’ αυτό διαπράττει ένα έγκλημα, βάζοντας φωτιά στην καλύβα όπου βρίσκονταν η σύζυγός του Μαουβίνα και ο Τομπίας, οι οποίοι καίγονται ζωντανοί.
Ο Λεόνσιο αναγκάζει την Ιζάουρα να φύγει από το σπίτι επειδή δεν ενδίδει και την στέλνει στις παράγκες, την βάζει να κουβαλάει ζαχαροκάλαμο και μάλιστα απειλείται με μαστιγώματα. Η Ιζάουρα προσπαθεί να ξεπεράσει τον πόνο για την απώλεια του έρωτά της και με τη βοήθεια φίλων δραπετεύει από την φυτεία υιοθετώντας άλλη ταυτότητα, αυτή της Ελβίρα. Μακριά από την κακία του Λεόνσιο, εγκαθίσταται σε άλλη περιοχή και γνωρίζει τον αγωνιστή κατά της δουλείας Άλβαρο.
Ερωτεύονται, αλλά σε μια γιορτή γκαλά, η πραγματική της ταυτότητα αποκαλύπτεται και αναγκάζεται να επιστρέψει στον αφέντη της.
