Στα τέλη του 19ου αιώνα, το χωριό Ναουάτσεν γιορτάζει τη γιορτή του προστάτη του, του Αγίου Λουίς. Κατά τη διάρκεια της πομπής, δύο έφηβες γνωρίζουν τον έρωτα: η νεαρή Μαγδαλένα Μπελτράν ερωτεύεται τον Μπατάν, έναν έμπορο αλόγων με πολύ κακή φήμη, ενώ η Λεοναρδίτα Ρουάν, κόρη του Πρισισιλιάνο Ρουάν, ενός από τους πιο ισχυρούς άντρες του Ναουάτσεν, ερωτεύεται τον νεαρό Ερμίλο Χάιμες, γιο μιας μοδίστρας.
Η Μαγδαλένα αρραβωνιάζεται με τον Μπατάν, αλλά μια μέρα τον βρίσκει στο κρεβάτι με την ίδια της τη μητέρα, την Ινμακουλάδα. Απελπισμένη, εγκαταλείπει το σπίτι της και, περιπλανώμενη στο χωριό, τη βρίσκει η «Λα Ταπάνκα», μια πόρνη που την παίρνει υπό την προστασία της. Από την άλλη, ο ηλικιωμένος εκατομμυριούχος Δον Ροσέντο Εκίγουα ζητά το χέρι της Λεονάρδα και ο Πρισισιλιάνο τού το παραχωρεί. Η Λεονάρδα αποφασίζει να το σκάσει με τον Ερμίλο την ημέρα του γάμου της, αλλά ο Πρισισιλιάνο ματαιώνει τα σχέδιά της και διώχνει τον νεαρό από το χωριό. Ο Δον Ροσέντο πεθαίνει λίγους μήνες μετά τον γάμο του, πέφτοντας από το άλογό του.
Περνούν είκοσι χρόνια. Η Λεονάρδα παραμένει χήρα και, παρότι είναι πλούσια και ελεύθερη, δεν σκέφτεται να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Η Μαγδαλένα, γνωστή πλέον ως «Λα Μπελτρανέχα», είναι τώρα η ιδιοκτήτρια του ακμαίου οίκου ανοχής του Ναουάτσεν.
Μια μέρα, η Λεονάρδα βρίσκει στα κτήματά της τον νεαρό Χενάρο Όντσι και του δίνει δουλειά. Οι δυο τους ερωτεύονται παράφορα, όμως πολλές γυναίκες του χωριού θα θαμπωθούν από την ομορφιά του Χενάρο και την έντονη ομοιότητά του με τον Άγιο Λουίς και θα γίνουν αντίζηλες της Λεονάρδα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η νεαρή πλούσια Μπραούλια Φελίσιτας και η Ινδαλέσια, η ίδια η υπηρέτρια της Λεονάρδα.
Επιπλέον εμπόδια στη σχέση του Χενάρο και της Λεονάρδα θα είναι το κουτσομπολιό, η αντίθεση των αδελφών της Λεονάρδα —Κλεοτίλδε, Ελοΐσα και Χοβίτα— και η επιστροφή του Ερμίλο. Ωστόσο, η μεγαλύτερη εχθρός της Λεονάρδα θα είναι η Μπελτρανέχα, που εμμονικά ερωτεύεται τον Χενάρο και φτάνει να κάνει το αδιανόητο για να τους χωρίσει.

Το Δίλημμα της Λεονάρντα
Λεονάρντα