Η Μαριμάρ είναι μια όμορφη, φτωχή και αγράμματη νέα που ζει στο παραλιακό χωριό Σαν Μαρτίν ντε λα Κόστα, μαζί με τους παππούδες της και τον αγαπημένο της σκύλο, τον Φλουόζο. Εκεί, κοντά στη θάλασσα, τη ζεστασιά και την ομορφιά της, παραμονεύει και ο έρωτας. Μια μέρα, ενώ προσπαθεί να πάρει λίγα λαχανικά από το κτήμα των Σαντιμπάνιες, τη συλλαμβάνει ο επιστάτης Νικάντρο, ο οποίος προσπαθεί να την εκμεταλλευτεί.
Τότε εμφανίζεται ο Σέρτζιο Σαντιμπάνιες, ένας νεαρός ποδοσφαιριστής, που τη σώζει - και η Μαριμάρ τον ερωτεύεται παράφορα. Εκείνος όμως δεν ανταποκρίνεται στα αισθήματά της. Παντρεύεται τη Μαριμάρ μόνο και μόνο για να εκδικηθεί την οικογένειά του, τον πατέρα του Ρενάτο και τη μητριά του Αντζέλικα.
Η Μαριμάρ ζει μια κόλαση στο κτήμα των Σαντιμπάνιες. Η Αντζέλικα και η αδελφή της Αντονιέτα την εξευτελίζουν συνεχώς για να τη χωρίσουν από τον Σέρτζιο . Σε μια δεξίωση την γελοιοποιούν μπροστά σε όλους.
Η Αντονιέτα σκαρφίζεται ένα σχέδιο να κάνει τον Σέρτζιο να πιστέψει ότι η Μαριμάρ τον απατά με έναν χωρικό, τον Τσούι, που την αγαπά από παιδί. Η Αντζέλικα στέλνει ανώνυμες επιστολές στον Σέρτζιο για να τον πείσει ότι η γυναίκα του τον απατά, αλλά εκείνος γνωρίζει την αθωότητά της. Όταν το σχέδιο αποτυγχάνει, η Αντονιέτα διατάζει τον Νικάντρο να πυροβολήσει τον Τσούι ώστε να κατηγορηθεί ο Σέρτζιο.
Η Αντζέλικα, συνένοχη, κατηγορεί τη Μαριμάρ ότι όλα έγιναν εξαιτίας της. Η Μαριμάρ, απελπισμένη και εξοργισμένη από τις ταπεινώσεις, χτυπά την Αντζέλικα και την πιστή της υπηρέτρια, την Περφέκτα. Έτσι τη διώχνουν από το κτήμα.
Η Μαριμάρ βυθίζεται στην απόγνωση όταν ο Σέρτζιο της λέει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει. Όταν προσπαθεί να ζητήσει συγχώρεση, η Αντζέλικα και η Αντονιέτα τη διώχνουν ξανά και βάζουν σκυλιά να τη διώξουν. Η μόνη που της συμπαραστέκεται είναι η καλή Κορασόν, που της δίνει φαγητό κρυφά, παρά την απειλή απόλυσης.
Ο Ρενάτο την προσβάλλει λέγοντάς της ότι ο Σέρτζιο την έχει μόνο για παιχνίδι, και εκείνη φτάνει στα πρόθυρα αυτοκτονίας. Ο Σέρτζιο φεύγει για δουλειά, προσπαθώντας να χτίσει το σπιτάκι που της είχε υποσχεθεί. Η Αντζέλικα όμως συνεχίζει τις ταπεινώσεις, κορυφώνοντάς τες όταν την αναγκάζει να μαζέψει ένα βραχιόλι από τη λάσπη με τα δόντια, λέγοντάς της πως ανήκει στη μητέρα του Σέρτζιο.
Έπειτα, την κατηγορεί ψευδώς ότι το έκλεψε. Η Μαριμάρ φυλακίζεται και, όσο βρίσκεται στη φυλακή, η Αντζέλικα διατάζει τον Νικάντρο να κάψει τη καλύβα της, σκοτώνοντας τους παππούδες της. Επιπλέον, στέλνει μια ψεύτικη επιστολή δήθεν από τον Σέρτζιο , όπου της γράφει ότι δεν την αγάπησε ποτέ και πως ντρέπεται για εκείνη.
Συντετριμμένη, η Μαριμάρ εγκαταλείπει το χωριό με τη βοήθεια του πάτερ Πόρες και πηγαίνει στην Πόλη του Μεξικού, χωρίς να ξέρει ότι εκεί ζει ο αληθινός της πατέρας, ο Γκουστάβο Αλντάμα, που την αναζητεί εδώ και χρόνια. Με το ψευδώνυμο «Μπέλα», προσλαμβάνεται ως υπηρέτρια στη βίλα των Αλντάμα. Όταν αποκαλύπτεται ποια είναι, ο πατέρας και η θεία της, Εσπεράντσα, τη βοηθούν να μορφωθεί και να μεταμορφωθεί σε Μπέλα Αλντάμα - μια γυναίκα μορφωμένη, κομψή και πανίσχυρη.
Μέσα από τη νέα της ταυτότητα, αρχίζει την εκδίκησή της εναντίον των Σαντιμπάνιες, και κυρίως του Σέρτζιο . Όμως, η μοίρα τη φέρνει ξανά κοντά του, στην Εύφορη Κοιλάδα. Εκεί η Μπέλα θα αντιμετωπίσει νέα εμπόδια που την κρατούν μακριά από την ευτυχία, καθώς η Ναταλία Μοντενέγκρο, κόρη του κυβερνήτη Φερνάντο Μοντενέγκρο, ερωτεύεται παράφορα τον Σέρτζιο και θα κάνει τα πάντα για να καταστρέψει τη Μαριμάρ.
